Η Κίνα θα φέρει πιο κοντά ΗΠΑ και Ρωσία

 



Με μπόλικη δόση έντασης ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τη Μόσχα ξεκίνησε το 2022. Επειτα από τρεις συναντήσεις αυτή την εβδομάδα -την αμερικανορωσική στη Γενεύη την περασμένη Δευτέρα, τη σύνοδο ΝΑΤΟ-Ρωσίας την Τετάρτη στις Βρυξέλλες και του ΟΑΣΕ την Πέμπτη στη Βιέννη- «φτου και από την αρχή», όπως λέει ο απλός λαός: Ο Βλαντιμίρ Πούτιν προειδοποίησε ότι η υιοθέτηση αμερικανικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας θα αποτελούσε την υπέρβαση ενός «ορίου» στις ταραχώδεις σχέσεις μεταξύ των δύο μπλοκ. Η δήλωση του Ρώσου προέδρου ακολούθησε την παρουσίαση από τις Ηνωμένες Πολιτείες ενός σχεδίου που αποσκοπεί ακριβώς στην επιβολή κυρώσεων στη Μόσχα, σε περίπτωση επιθετικής κλιμάκωσης στην Ουκρανία.

Μια σημαντική λεπτομέρεια: οι κυρώσεις που αναφέρει η Ουάσιγκτον στοχεύουν συγκεκριμένα τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Μέλη του Κογκρέσου παρουσίασαν ένα νέο νομοσχέδιο κυρώσεων που αποσκοπεί στην τιμωρία του Βλαντιμίρ Πούτιν και στην παροχή οικονομικής βοήθειας στο Κίεβο σε περίπτωση ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Το νομοσχέδιο με τίτλο «υπερασπίζοντας την κυριαρχία της Ουκρανίας» προβλέπει κυρώσεις κατά του Ρώσου Προέδρου, του πρωθυπουργού Μιχαήλ Μισούστιν, ανώτερων στρατιωτικών και αρκετών παραγόντων του ρωσικού τραπεζικού τομέα. «Οι κυρώσεις εναντίον ενός αρχηγού κράτους είναι ένα μέτρο που θα ξεπερνούσε τα όρια, θα ισοδυναμούσε με κατάρρευση των σχέσεων» δήλωσε ο εκπρόσωπος της ρωσικής προεδρίας, Ντμίτρι Πεσκόφ.

Η ανακοίνωση αυτού του «εξαιρετικά αρνητικού» - κατά τη Μόσχα - σχεδίου κυρώσεων έγινε μάλιστα την περασμένη Τετάρτη, την ώρα που ΝΑΤΟ και Μόσχα πραγματοποιούσαν συνομιλίες στις Βρυξέλλες και την παραμονή της συνεδρίασης στη Βιέννη του Μόνιμου Συμβουλίου του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ). Δύο συνεδριάσεις στις οποίες απλώς επισημάνθηκαν οι βαθιές «διαφορές» των δύο στρατοπέδων, για την ασφάλεια στην Ευρώπη.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες προειδοποίησαν ξανά τη Μόσχα για περαιτέρω κλιμάκωση στη σύγκρουση στην Ουκρανία, με τον σύμβουλο εθνικής ασφάλειας του Λευκού Οίκου, Τζέικ Σάλιβαν, να λέει ότι «σίγουρα ισχύει ότι ο κίνδυνος στρατιωτικής εισβολής είναι υψηλός».

Ο Σάλιβαν κάλεσε για άλλη μια φορά τη Μόσχα να μειώσει τα στρατεύματά της στην περιοχή. «Εμείς και οι σύμμαχοί μας είμαστε προετοιμασμένοι για κάθε ενδεχόμενο» τόνισε και πρόσθεσε: «Έχουμε καταστήσει πολύ σαφές στη Ρωσία το κόστος και τις συνέπειες μιας νέας στρατιωτικής δράσης ή της αποσταθεροποίησης της Ουκρανίας».

Κίνδυνος πολέμου;

Μήπως λοιπόν η Γηραιά Ηπειρος είναι αντιμέτωπη με ένα νέο Ψυχρό, αν όχι Θερμό, πόλεμο; Η Ρωσία διαβεβαιώνει ότι δεν έχει «πρόθεση» να επιτεθεί στην Ουκρανία, αλλά ζητά την υπογραφή μιας συνθήκης που θα απαγορεύει κάθε μελλοντική διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς-ένα αίτημα που θεωρείται απαράδεκτο στη Δύση. Και δεν είναι μόνο η Ευρώπη! Ο επικεφαλής διαπραγματευτής  της Μόσχας, Σεργκέι Ριάμπκοφ, έκανε λόγο για ανάπτυξη ρωσικών στρατευμάτων στην Κούβα και τη Βενεζουέλα. Μια φράση που έφερε στον νου την Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα τον Οκτώβριο του 1962, που λίγο έλλειψε να πυροδοτήσει πυρηνικό πόλεμο. Ο Σάλιβαν, αναφερόμενος σε αυτό το ενδεχόμενο, απείλησε ότι «αν η Μόσχα κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, θα ενεργήσαμε αποφασιστικά».

Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν, από την άλλη πλευρά, να καλλιεργούν προσδοκίες για μελλοντική ένταξη στο ΝΑΤΟ, τόσο της Ουκρανία, όσο και της Γεωργίας. Κάτι που αποκλείεται να δεχθεί το Κρεμλίνο.

Ο Πούτιν θέλει μια επίσημη αναγνώριση της σφαίρας επιρροής που έχασε η Μόσχα το 1991 με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Μια σφαίρα επιρροής, που έχει αποκατασταθεί εν μέρει τα τελευταία χρόνια (Λευκορωσία, Καζακστάν, ανατολική Ουκρανία, Γεωργία, Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν). 

Μπάιντεν, Πούτιν και στο βάθος ο Σι

Τριάντα χρόνια μετά το περίφημο «τέλος της ιστορίας», που περιέγραψε ο Φράνσις Φουκουγιάμα, η… ιστορία δυστυχώς επαναλαμβάνεται. Όχι μόνο γεωπολιτικά, αλλά και ιδεολογικά. Ο Φουκουγιάμα με το «τέλος της ιστορίας» περιέγραφε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αλλά την οικουμενοποίηση της δυτικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως την τελική μορφή διακυβέρνησης. Η Δύση πίστευε ότι όλος ο κόσμος θα γινόταν τελικά σαν εμάς, μόνο που τα αυταρχικά καθεστώτα κάθε μορφής, αυξάνονται, τροφοδοτώντας τον εθνικισμό και πιστεύοντας ότι οι πολιτικές διαφορές μπορούν να επιλυθούν μέσω στρατιωτικών συγκρούσεων. Για την Ελλάδα, άλλωστε, η δράση της γειτονικής Τουρκίας, αποτελεί μια σαφής, διαρκής και επικίνδυνη υπενθύμιση.

Στη μεγάλη «σκακιέρα», επίσης, το γεγονός ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος, Τζο Μπάιντεν, και ο Ρώσος ομόλογός του, Βλαντιμίρ Πούτιν, θέλουν - ή πρέπει - να κερδίσουν πόντους στο εσωτερικό των χωρών τους, δεν διευκολύνει τα πράγματα, καθώς επιδεικνύουν τη δύναμή τους στο εξωτερικό.

Πολλοί αναλυτές συγκλίνουν στην άποψη πάντως ότι τελικά οι διαφορές ΗΠΑ-Ρωσίας θα μπορούσαν και πάλι να οδηγηθούν σε μια «νέα Γιάλτα», στον χωρισμό ειδικά της Ευρασίας σε σφαίρες επιρροής, όπως έκαναν στον Ψυχρό Πόλεμο. Γιατί και για τις δύο χώρες ο κοινός κίνδυνος προέρχεται από τα ανατολικά και ακούει στο όνομα Κίνα, του πολύ  φιλόδοξου προέδρου Σι Τζιπινγκ.

Η Αμερική βλέπει τον κινεζικό γίγαντα να απειλεί οικονομικά και εμπορικά την πρωτοκαθεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών. Η  Ρωσία επίσης, αν και  θεωρεί ζωτικής σημασίας τη διατήρηση καλών  σχέσεων με το Πεκίνο για να αντιμετωπιστεί η αμερικανική επέκταση στον Ινδο-Ειρηνικό, φοβάται μακροπρόθεσμα και την ενίσχυση της επιρροής της Κίνας στο ρωσικό έδαφος και συγκεκριμένα στις αχανείς και βασικά ακατοίκητες στέππες της Σιβηρίας. Εκτάσεις που η Κίνα βλέπει με μεγάλο ενδιαφέρον, μέσω των επιχειρήσεων και των επενδύσεών της, στο πλαίσιο του νέου «Δρόμου του Μεταξιού». Πίσω, άλλωστε, από τις επίσημες δηλώσεις των ηγετών της Μόσχας και του Πεκίνου για συενργασία, διαφαίνονται διαφορετικοί στόχοι στους τομείς της οικονομίας, της ενέργειας, της πολιτικής, ακόμη και της ασφάλειας, όπως και μια Κινο-φοβία που αναπτύσσεται σε ένα συνεχώς αυξανόμενο τμήμα του ρωσικού πληθυσμού.